άσπρος

άσπρος
η , ο
1) белый;

άσπρο ψωμί (μάρμαρο) — белый хлеб (мрамор);

2) светлый, ясный, яркий;

άσπρος ουρανός — ясное нёбо;

άσπρη μέρα — яркий день;

3) белокожий (о человеке); с белой шерстью (о животных);
4) поблёкший, выцветший (о буквах);

§ βγαίνω με άσπρο πρόσωπο — не опозориться;

δεν είδαμε άσπρη μέρα — не было у нас ни одного неомрачённого дня;

ντύνομαι στ' άσπρα — надевать белую одежду, нарядиться в белое;

παρουσιάζω το άσπρο μαύρο και το μαύρο άσπρο — называть белое чёрным и чёрное белым


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "άσπρος" в других словарях:

  • ἄσπρος — asper masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσπρος — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 60 μ., 912 κάτ.) του νομού Κιλκίς. Βρίσκεται στην κοιλάδα του Αξιού, κοντά στα σύνορα με τον νομό Θεσσαλονίκης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πολυκάστρου. * * * η, ο (AM ἄσπρος, η, ο) ο λευκός μσν. νεοελλ. 1. ο ασημένιος… …   Dictionary of Greek

  • άσπρος — η, ο 1. λευκός: Στην πόλη αυτή της Αφρικής οι άσπροι είναι λίγοι, η μεγάλη πλειονότητα είναι μαύροι. 2. το ουδ. στον πληθ., άσπρα τα λευκά ρούχα: Ήταν όλες ντυμένες στ άσπρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἄσπρα — ἄσπρος asper neut nom/voc/acc pl ἄσπρᾱ , ἄσπρος asper fem nom/voc/acc dual ἄσπρᾱ , ἄσπρος asper fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπραι — ἄσπρος asper fem nom/voc pl ἄσπρᾱͅ , ἄσπρος asper fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπρον — ἄσπρος asper masc acc sg ἄσπρος asper neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπρων — ἄσπρος asper fem gen pl ἄσπρος asper masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπροτάτην — ἄσπρος asper fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπρη — ἄσπρος asper fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπρην — ἄσπρος asper fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπροι — ἄσπρος asper masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»